Ελλάς - Μποτσουάνα 0-1
Bασίλης Μαγκλάρας
Πολιτικός Επιστήμων, Διδάσκων στο ΕΑΠ
www.MAGLARAS.com
Η Ελλάδα κατάφερε τα τελευταία χρόνια να ξεπεράσει πολλές από τις αγκυλώσεις του παρελθόντος και να υπερβεί τον εαυτό της εντός και εκτός της Ε.Ε. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της επιτυχούς πορείας μας ως χώρας συνολικά και ως κοινωνίας είναι η διαφθορά. Η τελευταία έκθεση της Διεθνούς Διαφάνειας (Transparency International) δεν αφήνει κανένα περιθώριο για αυτήν μας την πρωτιά. Η Ελλάδα, καταγράφεται στην έκθεση μαζί με τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία ως η πιο διεφθαρμένη χώρα της Ε.Ε. και πολλοί από εμάς είμαστε βέβαιοι ότι η μοιρασιά της πρωτιάς οφείλεται σε ελλιπή γνώση της πραγματικής εικόνας. Έτσι, εκτός από πρωταθλητές στο δανεισμό, όπως αποκαλύφθηκε προσφάτως από το τεράστιο έλλειμμα, είμαστε και πρωταθλητές στη διαφθορά. Ωστόσο, στην Ελλάδα πρέπει να κατανοήσουμε ότι η διαφθορά έχει διεισδύσει σε όλα τα πεδία της οικονομικής και κοινωνικής μας ζωής και δεν έχει να κάνει τόσο με μεγάλες υποθέσεις κακοδιαχείρισης που έγιναν γνωστές τα τελευταία χρόνια, όσο με το γεγονός ότι η οικονομική και κοινωνική μας ζωή δηλητηριάζεται καθημερινά από χιλιάδες υποθέσεις μικροδιαφθοράς που διαλύουν κάθε έννοια ευνομίας και εύρυθμης λειτουργίας. Ο σύγχρονος έλληνας έχει μετατραπεί σε έναν ιδιάζων μεσάζοντα και όπου του δίνεται η δυνατότητα αποσπά το μερίδιό του.
Αυτή η διάσταση του «μεσίτη» έχει διεισδύσει στην ιδιωτική και δημόσια οικονομία και αποτελεί το κεντρικό σημείο αναφοράς της κακοδαιμονίας της χώρας μας. Η διαφθορά δεν συνεπάγεται μόνο μια ανορθολογική και απρόβλεπτη διάσταση της οικονομίας, ένα στοιχείο που υπονομεύει τα θεμέλια των παραγωγικών μας δυνατοτήτων ως κοινωνίας συνολικά, αλλά κυρίως μια έξη που οδηγεί στην ηθική κατάπτωση και την εμπέδωση μιας αντίληψης γενικής ανομίας. Η φοροδιαφυγή και η εισφοροδιαφυγή αποτελούν προϊόντα αυτής της αντίληψης, της συνειδητοποίησης δηλαδή ότι δεν χρειάζεται να αποδίδεις εισφορές ή φόρους, όπου αυτό είναι δυνατόν, καθώς ο «μεσίτης» της εφορίας ή της επιθεώρησης εργασίας μπορεί να διαμεσολαβήσει τις οικονομικές σου υποχρεώσεις προς το κράτος με χαμηλότερο κόστος. Η παραπάνω αντίληψη δυστυχώς έχει γίνει δεύτερη φύση της ελληνικής οικονομίας, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που να υπάρχουν δυο modus οικονομικής δράσης. Αυτό της ευθυνοφοβίας και της ακινησίας και αυτό του μεριδίου (μεσίτη). Στο δημόσιο τομέα μάλιστα, αυτή η διπολική αντίληψη είναι τόσο βαθιά θεμελιωμένη που κοντεύει να λάβει θεσμικό χαρακτήρα. Το φαινόμενο αυτό έχει μάλιστα και όνομα, ο Κύριος/α 10%. Έτσι, από τη μια έχουμε δράσεις του δημοσίου που διεκπεραιώνονται απροϋπόθετα και με συγκλονιστική ταχύτητα και από την άλλη ατέρμονες διαδικασίες και αδιαπέραστη γραφειοκρατία, με το πρόσχημα πάντα της διαφύλαξης του δημοσίου συμφέροντος. Στο πλαίσιο αυτής της αντίληψης, η αγορά έχει διαμορφώσει μια νέα ηθική, τη δεοντολογία της μίζας, η οποία συνοψίζεται ως εξής: «Είναι ηθικό να τα δίνεις, ανήθικο να τα παίρνεις». Αυτή η διάκριση βέβαια, που θυμίζει μια αντίστοιχη μεταξύ του ενεργητικού και παθητικού ομοφυλόφιλου είναι εκτός από βλακώδης και επικίνδυνη. Αυτός που υποκινεί τη διαφθορά είναι εξίσου ένοχος μ’ αυτόν που την αποδέχεται. Η ενεργητική δωροδοκία αποτελεί ισοδύναμο μέρος με την παθητική δωροδοκία, καθώς η τήρηση των νόμων είναι μέλημα όλων στον ίδιο βαθμό. Σ’ αυτό το θολό τοπίο στο οποίο η διαφθορά κόβει κάθετα όλες τις δράσεις της ιδιωτικής και δημόσιας ζωής, αποτελεί επικίνδυνη επίδειξη ηθικότητας και υπεροπτισμού η αποστασιοποίηση από αυτές τις καθημερινές ιδιότυπες «συμμορίες». Σε ένα σύστημα που ταΐζεται ολόκληρο και επιβιώνει μέσα από τέτοιες πρακτικές, η έννομη δράση αποτελεί συστημική εκτροπή που τιμωρείται με πάταξη. Ωστόσο, παρότι η αντιστροφή των συνειδήσεων και των νοοτροπιών αποτελεί μακροπρόθεσμο στόχο, υπάρχουν μια σειρά θεσμικών μέτρων που ίσως βοηθήσουν προς την κατεύθυνση της διαφάνειας, τουλάχιστον σε έναν μικρό βαθμό. • Αλλαγή του αμαρτωλού καθεστώτος των πρόχειρων διαγωνισμών (μέχρι 45.000 ευρώ). Αυτοί οι διαγωνισμοί έχουν μετατραπεί πλέον σε απευθείας αναθέσεις, καθώς «στήνονται» πολύ εύκολα. Μάλιστα, πολλές φορές έργα κατατμώνται σε μικρότερα κομμάτια προκειμένου να χωρέσουν στη λογική του πρόχειρου διαγωνισμού. Θα πρέπει να υπάρξει μια κεντρική ιστοσελίδα της δημόσιας διοίκησης στην οποία θα αναρτώνται, εν είδη εφημερίδας της κυβερνήσεως, όλοι οι πρόχειροι διαγωνισμοί και κανένας διαγωνισμός αυτού του είδους να μην μπορεί να κατακυρωθεί εάν πρώτα δεν υπάρχει δημοσίευσή του και πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος διαμέσου της ιστοσελίδας. Σε αυτήν τη λογική θα μπορούσαν να χωρέσουν όλες οι δημόσιες προμήθειες (από ένα στυλό, έως ένα κτίριο). Βέβαια, θα πρέπει να κωδικοποιηθεί και η αξιολόγηση προκειμένου να υπάρξει η αναγκαία ταχύτητα στην επιλογή. Τέλος, τα πρακτικά της αξιολόγησης να δημοσιεύονται και αυτά στο διαδίκτυο. • Δημοσίευση πρακτικών Διοικητικών Συμβουλίων στο διαδίκτυο. Αυτή η δράση θα μπορούσε να αποφέρει διπλό πλήγμα στη διαφθορά. Αφενός, θα αποκάλυπτε τους υποστηριχτές παράνομων πράξεων και θα δημιουργούσε ένα momentum νομιμότητας από το φόβο της αποκάλυψης, αφετέρου, θα έδινε τη δυνατότητα δημιουργίας ενός μηχανισμού έγκαιρης προειδοποίησης και κατανόησης της διαφθοράς, έτσι ώστε και να προλαμβάνονται αλλά και να κατανοούνται οι πολλαπλοί μηχανισμοί εμφάνισής της. • Ξεκαθάρισμα με νομοθετική ρύθμιση των ευθυνών εκάστου στη διαχείριση μιας πράξης. Σήμερα, όταν συμβεί κάτι κανείς δεν ξέρει ποιος φταίει, ο Πρόεδρος, ο Διευθύνων Σύμβουλος, ο εισηγητής, το Διοικητικό Συμβούλιο; Πρέπει να καταστούν σαφείς νομοθετικά και για προληπτικούς λόγους οι ευθύνες του καθενός. • Αλλαγή του ποινικού κώδικα αναφορικά με τα ζητήματα διαφθοράς. Αποτελεί υπερβολή, η οποία μάλιστα ποτέ δεν εκτελείται, η απειλή της κακουργηματικής δίωξης ενός προσώπου για ζητήματα διαφθοράς. Στο ζήτημα αυτό θα πρέπει ίσως να αντιγράψουμε τη γερμανική λογική για το οικονομικό έγκλημα, η οποία είναι πολύ πιο ευνοϊκή για τον κατηγορούμενο. Νομίζω ότι υπερβάλλουμε ως κοινωνία να θέλουμε να επιβάλλουμε σε κάποιον να περάσει δεκαπέντε χρόνια από τη ζωή του στη φυλακή για λόγους διαφθοράς. Και όπως αποδείχτηκε, δεν είναι μόνο υπερβολικό, αλλά και αναποτελεσματικό. Έτσι, ίσως να άνοιγε και ο δρόμος για πιο εύκολες και γρήγορες καταδίκες. Εν τέλει, η μάχη της διαφθοράς δεν θα κριθεί από τις θεσμικές πρωτοβουλίες, αλλά (δυστυχώς) από το δύσκολο και διαρκή αγώνα για την απο-ηθικοποίηση του φαινομένου του «μεσίτη» και τη χάραξη εκ μέρους της αγοράς και του δημοσίου μιας νέας δεοντολογίας της οικονομικής δράσης. Το ηθικό απόθεμα που θα προκύψει από μια τέτοια αντιστροφή, ίσως να αρκέσει από μόνο του για την ανάπτυξη μιας νέας εξωστρεφούς και παραγωγικής νοοτροπίας. Έχει υποστηριχθεί από πολλούς ιστορικούς ότι η Ελλάδα ξανανιώνει στο κρεβάτι του πόνου. Ας ελπίσουμε αυτήν την φορά να προλάβει να κάνει το εμβόλιο και να μην χρειαστεί και πάλι να εισέλθει στην «εντατική».





