Προς έναν Κοσµοπολιτικό Δήµο;

Του Γιάννη Τζιουρά,
Διεθνολόγος - Πολιτικός Επιστήμων,
Υπ. Διδάκτωρ Διεθνούς Δικαίου, Νομική ΑΠΘ
Οι εποχές αλλάζουν, και µαζί µ’ αυτές πρέπει να αλλάζουν και οι πολιτικές. Στη σηµερινή µεταβιοµηχανική εποχή της κοινωνίας της πληροφορίας τα αξιακά προτάγµατα σε σχέση µε την οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας, τη διαµόρφωση των οικονοµικών σχέσεων, τα επιχειρηµατικά πλεονεκτήµατα, τις εργασιακές σχέσεις, την εκπαίδευση και την ποιότητα ζωής, αλλάζουν µε ρυθµούς που µεταδίδονται διεθνώς µε ιλιγγιώδεις ταχύτητες µη συγκρίσιµες µε τις ταχύτητες καµίας άλλης εποχής. Αλλάζει συνεπώς και η αίσθηση του χρόνου.
Αυτή όµως η κοινωνία της πληροφορίας δεν παύει να είναι κατά βάση µια κοινωνία µε διαφορές και συγκρουόµενα συµφέροντα, µια κοινωνία µε αντιθέσεις και διακυβεύµατα που σχετίζονται, όπως και παλιά, µε την εξουσία και τις µορφές οργάνωσής της. Οι αλλαγές αυτές θέτουν µπροστά νέα υπαρξιακά ερωτήµατα για τη βασική βαθµίδα άσκησης πολιτικής, δηλαδή το κράτος.
Διαχέεται συνεπώς και πολλαπλασιάζεται η αµφιβολία ως προς το αν το εθνικό κράτος είναι µια πρόσφορη και αξιόπιστη βαθµίδα για την πολιτική οργάνωση της κοινωνίας, άρα και της οικονοµίας. Η σχετική συζήτηση, βαθύτατα επηρεασµένη και από την παγκοσµιοποίηση της οικονοµίας, δείχνει πως ούτε το εκτεταµένο διεθνές εµπόριο, ούτε οι διεθνείς επενδύσεις, οι πολυεθνικές επιχειρήσεις ή η εκτεταµένη και ηλεκτρονικά οργανωµένη διακίνηση βραχυπρόθεσµων κεφαλαίων είναι φαινόµενα νέα ή καταλυτικά.
Το νέο φαινόµενο είναι η ταχύτητα µε την οποία εξελίσσεται η τεχνολογική βάση όλου αυτού του πλέγµατος σχέσεων συναλλαγών και, βέβαια, το γεγονός ότι είναι πια εντονότερος και ευρύτερος ο πολιτισµικός χαρακτήρας του όλου φαινοµένου, ακριβώς επειδή αυτό βασίζεται στη διακίνηση πληροφοριών και γενικότερα δεδοµένων που σχετίζονται µε τη γλώσσα και τις νοοτροπίες, δηλαδή µε τον σκληρό πυρήνα του πολιτισµικού φαινοµένου.
Αν και η βαθµίδα του εθνικού κράτους εξακολουθεί να είναι κρίσιµη, γιατί σε αυτήν µπορούν να τεθούν τα προβλήµατα µε τον πλέον πολιτικό τρόπο, δηλαδή µε έναν τρόπο που είναι ο πλέον προσιτός κατά τη λογική της δηµοκρατικής αρχής, ωστόσο η νέα κατάσταση θέτει προ νέων δεδοµένων το ίδιο το διοικητικό φαινόµενο που καλείται να οργανώσει, να εκπροσωπήσει και να διαχειριστεί πολιτικά µια µεταβιοµηχανική κοινωνία, δηλαδή µια κοινωνία άλλου τύπου, µια νέα οικονοµία και εθνικό κράτος που δεν λειτουργεί ως κλειστό πολιτικό σύστηµα αλλά ως εφαλτήριο για συµµετοχή, στο µέτρο που το επιτρέπουν τα µεγέθη και οι συσχετισµοί των δυνάµεων, σε περιφερειακές και διεθνείς διεργασίες κοινωνικού, οικονοµικού και πολιτικού χαρακτήρα. Στο µοτίβο αυτό ένας σύγχρονος Δήµος στα πλαίσια της νέας εποχής θα πρέπει να νοείται ως «Κοσµοπολιτικός Δήµος».
Αυτό βέβαια προϋποθέτει µια κοσµοπολιτική δηµοκρατία. Σε µια εποχή που ο πολίτης κατατρύχεται ολοένα και περισσότερο από σοβαρές αµφιβολίες για αυτή την ίδια τη σηµασία της πολιτικής σε εθνικό επίπεδο, διαισθανόµενος ότι αλλάζουν οι όροι διεξαγωγής της, τα διακυβεύµατα, οι διαιρέσεις, τα µέτωπα, αλλά κυρίως γιατί µεταβάλλεται η δυνατότητά του να ασκήσει επιρροή και να λειτουργήσουν οι µηχανισµοί της πολιτικής αντιπροσώπευσης σε τοπικό, εθνικό και διεθνές επίπεδο, διαµορφώνεται µια έντονα αρνητική προδιάθεση και επιφυλακτικότητα. Οι πολίτες έχουν µια δικαιολογηµένη ροπή προς την αποχή από την πιο ιερή στιγµή της δηµοκρατίας. Τις εκλογές.
Την πρόκληση λοιπόν που καλούνται οι φορείς εξουσίας να αντιµετωπίσουν είναι η αποκατάσταση της εµπιστοσύνης των πολιτών µε τους πολιτικούς και την ίδια την Πολιτεία. Πυρήνας του κλονισµού αυτής της εµπιστοσύνης είναι η διαφθορά και η ελλιπής εφαρµογή της δικαιοσύνης. Μιας δικαιοσύνης που δεν προσιδιάζει σε δίκαιο κράτος στα πλαίσια µιας κοσµοπολιτικής δηµοκρατίας.
Επίσης, οι προκλήσεις για το νέο µοντέλο εξουσίας που διαµορφώνεται γύρω µας απαιτεί την εξωστρέφεια και την ταυτόχρονη προστασία των πολιτών σε όλα τα επίπεδα εξουσίας. Πολιτικές νοµενκλατούρας και αυταρχισµού ανακαλούν στη µνήµη την εντροπία άκαµπτων πολιτικών συστηµάτων. Όταν το σύστηµα σκέφτεται για τους πολίτες και όχι εκείνοι για το σύστηµα, τότε αναπόφευκτα εκδηλώνεται η απουσία κριτικού πνεύµατος, η οξυθυµία, η ευπιστία και η υπεραπλούστευση.
Ο κυρίαρχος λαός είναι εκείνος που αποτελεί την πεµπτουσία της κοσµοπολιτικής δηµοκρατίας. Μακριά λοιπόν από την επιρροή καθοδηγητών, από τις κολακείες των κενοδοξιών µας, από τις ρητορείες και από προκαταλήψεις. Ένας κοσµοπολιτικός Δήµος καλείται να αγκαλιάσει τις πολιτισµικές πολυφωνίες, την κινητικότητα και την καινοτοµία και όλα αυτά υπό την προοπτική της οικοδόµησης µιας κοινωνίας θετικής πρόνοιας µε ευέλικτο αναπτυξιακό ατραπό αντικαθιστώντας τις ανεπάρκειες που το κράτος µας έχει κληροδοτήσει τα τελευταία χρόνια.




